πέρα

πέρα / πέραν 1. (где?) по ту сторону; 2. (куда?) на ту сторону (лат. реr)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "πέρα" в других словарях:

  • πέρα — πέρᾱ , πέρα beyond indeclform (adverb) πέρᾱ , πέρα beyond fem nom/voc/acc dual πέρᾱ , πέρα beyond fem nom/voc sg (attic doric aeolic) πέρᾱ , περάω 1 drive right through pres imperat act 2nd sg πέρᾱ , περάω 1 drive right through imperf ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πέρα — Πέρᾱ , Πέρευς masc acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πέρα — ΝΑ επίρρ. 1. τοπ. επέκεινα κάποιου τοπικού ορίου, πιο μακριά από κάτι (α. «μένω πέρα από το ποτάμι» β. «Ἀτλαντικών πέρα φεύγειν ὅρών», Ευρ.) 2. χρον. α) επέκεινα κάποιου χρονικού ορίου, για περισσότερο καιρό («οὐκέτι πέρα ἐπολιόρκησαν», Ξεν.) β)… …   Dictionary of Greek

  • πέρα — επίρρ. τοπ. 1. μακριά απ εδώ, αντίκρυ. 2. φρ., «εκεί πέρα»· «πέρα δώθε»· «πέρα για πέρα», εντελώς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πέρᾳ — πέραι , πέρα beyond fem nom/voc pl πέρᾱͅ , πέρα beyond fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πέρα — [пэра] εκίρ. там, по ту сторону, далее …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Περᾶ — Περεύς masc acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περᾶ — περάω 1 drive right through pres subj act 1st sg (doric aeolic) περάω 1 drive right through pres ind act 1st sg (doric aeolic) περάω 2 fut ind act 1st sg (doric aeolic) περάω 2 pres subj act 1st sg (doric aeolic) περάω 2 pres ind act 1st sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περᾷ — περάω 1 drive right through pres subj mp 2nd sg περάω 1 drive right through pres ind mp 2nd sg (epic) περάω 1 drive right through pres subj act 3rd sg περάω 1 drive right through pres ind act 3rd sg (epic) περάω 2 fut ind mid 2nd sg (epic) περάω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πέρα κόστα — η ναυτ. η ακτή που βρίσκεται πέρα από τον φυσικό ορίζοντα. [ΕΤΥΜΟΛ. < πέρα + κόστα «ακτή, παραλία» (< ιταλ. costa)] …   Dictionary of Greek

  • Πέρα Βάχλια — Ορεινός οικισμός (... κάτ., υψόμ. 630 μ.), στην πρώην επαρχία Γορτυνίας του νομού Αρκαδίας. Υπάγεται στην κοινότητα Βάχλιας …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.